Σπύρου Λούη

Ο πρώτος αθλητικός θρύλος της νεώτερης Ελλάδας και από τις μορφές των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων όπου αναβίωσαν στη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, στην Αθήνα το 1896. 

Ο 23χρονος νερουλάς από το Μαρούσι αποφάσισε να λάβει μέρος στον μαραθώνιο των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896 για τα μάτια μιας γυναίκας. Είχε απελπιστεί γιατί η στρυφνή πεθερά του δεν ήθελε ούτε το όνομα του να ακούει. Ώσπου η Ελένη άκουσε για τον μαραθώνιο και όλο το θόρυβο που γινόταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και ειδικά για αυτό το αγώνισμα και κατέβασε τη φαεινή ιδέα: “Αν τρέξεις και νικήσεις, δεν θα μπορεί να πει όχι”. Η ιδέα αυτή καρφώθηκε στο μυαλό του και λίγες μέρες αργότερα στεκόταν μπροστά στον αθλίατρο αξιώνοντας το δικαίωμα της συμμετοχής. Δεν ανήκε σε σύλλογο, δεν είχε προπονητή, δεν ήξερε καν τη διαδρομή.

Ο Λούης μπήκε την τελευταία στιγμή στη λίστα των αθλητών της ελληνικής ομάδας μετά από προτροπή του προέδρου της επιτροπής του Μαραθωνίου. Είχε τερματίσει μόλις πέμπτος στους δεύτερους προκριματικούς αγώνες και τίποτα δεν έδειχνε ότι μπορούσε να πρωταγωνιστήσει στους Ολυμπιακούς. Πάρα ταύτα στον τελικό κατάφερε να πάρει την πρωτιά, μετά από 2 ώρες 58 λεπτά και 50 δεύτερα και να γίνει ο πρώτος Έλληνας Ολυμπιονίκης.

Ο νεαρός φουστανελάς δεν ξαναέτρεξε ποτέ. Παρά τη φήμη, τις υποσχέσεις και τα δώρα, επέστρεψε στην παλιά του ζωή, στο επάγγελμα του και στις καθημερινές του συνήθειες. Το ότι κατάφερε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ελένη, έφτανε και περίσσευε για αυτόν. Το μόνο δώρο που αποδέχτηκε ήταν ένα γαϊδούρι για να τον βοηθάει να κουβαλάει το νερό. Μοναδική μελανή περιπέτεια της ζωής του στάθηκε μια περίεργη υπόθεση στην οποία βρέθηκε αναμεμειγμένος το 1926, όταν κατηγορήθηκε για πλαστογράφηση στρατιωτικών εγγράφων. Έμεινε στη φυλακή κάτι παραπάνω από έναν χρόνο και η υπόθεσή του προκάλεσε σάλο στον Τύπο, ώσπου αθωώθηκε και επέστρεψε στην αφανή καθημερινότητά του. 

Την τελευταία του δημόσια εμφάνιση την έκανε το 1936, όταν προσκλήθηκε από το Χίτλερ ως επίτιμος φιλοξενούμενος στους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, που διοργανώθηκαν στο Βερολίνο. Ο Σπύρος Λούης γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου του 1873 και πέθανε λίγους μήνες πριν από την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα, στις 26 Μαρτίου 1940. «Έφυγε» πάμφτωχος και μάλιστα τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν πολύ δύσκολα, καθώς έπρεπε να περιποιείται την κατάκοιτη και βαριά άρρωστη γυναίκα του, την αγαπημένη του Ελένη. Πολλοί ισχυρίζονται ότι τότε ο Σπύρος Λούης έκλεψε τη νίκη του, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί ποτέ.